Με την υποστήριξη του
 


ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ ΚΝΩΣΟΥ

Το μινωϊκό ανάκτορο είναι ο κύριος επισκέψιμος χώρος της Κνωσού, σημαντικής πόλης κατά την αρχαιότητα, με συνεχή ζωή από τα νεολιθικά χρόνια έως τον 5ο αι. μ.Χ. Είναι χτισμένο στο λόφο της Κεφάλας, με εύκολη πρόσβαση στη θάλασσα αλλά και στο εσωτερικό της Κρήτης. Κατά την παράδοση, υπήρξε η έδρα του σοφού βασιλιά Μίνωα. Συναρπαστικοί μύθοι, του Λαβύρινθου με το Μινώταυρο και του Δαίδαλου με τον Ίκαρο, συνδέονται με το ανάκτορο της Κνωσού.

Οι πρώτες ανασκαφές έγιναν το 1878 από τον Ηρακλειώτη Μίνωα Καλοκαιρινό. Ακολούθησαν οι ανασκαφές που διεξήγαγε ο Αγγλος Sir Arthur Evans (1900-1913 και 1922-1930) που αποκάλυψαν ολόκληρο το ανάκτορο.

Τα παλαιότερα ίχνη κατοίκησης στο χώρο του ανακτόρου ανάγονται στη νεολιθική εποχή (7000-3000 π.Χ.). Η κατοίκηση συνεχίζεται στην προανακτορική περίοδο (3000-1900 π.Χ.), στο τέλος της οποίας ο χώρος ισοπεδώνεται για την ανέγερση ενός μεγάλου ανακτόρου. Το πρώτο αυτό ανάκτορο καταστρέφεται, πιθανότατα από σεισμό, το 1700 π.Χ. περίπου.
Δεύτερο, μεγαλοπρεπέστερο ανάκτορο ανεγείρεται πάνω στα ερείπια του παλαιού. Μετά από μερική καταστροφή γύρω στο 1450 π.Χ.,οι Μυκηναίοι εγκαθίστανται στην Κνωσό. Το ανάκτορο καταστρέφεται οριστικά περί το 1350 π.Χ. από μεγάλη πυρκαγιά. Ο χώρος που καλύπτει ξανακατοικείται από την ύστερη μυκηναϊκή περίοδο μέχρι τα ρωμαϊκά χρόνια.

Στο ανάκτορο της Κνωσού έχουν γίνει ευρείας έκτασης αναστηλώσεις από τον αρχαιολόγο Sir Arthur Evans. Ηταν πολυόροφο και κάλυπτε έκταση 20.000 τ.μ. Εντύπωση προκαλούν η ποικιλία των δομικών υλικών, τα χρωματιστά κονιάματα, οι ορθομαρμαρώσεις και οι τοιχογραφίες που κοσμούν δωμάτια και διαδρόμους.
Τις υψηλές τεχνικές γνώσεις των Μινωϊτών επιβεβαιώνουν πρωτότυπες αρχιτεκτονικές και κατασκευαστικές επινοήσεις, όπως οι φωταγωγοί και τα πολύθυρα, η χρήση δοκαριών για ενίσχυση της τοιχοποιίας, καθώς και το σύνθετο αποχετευτικό και υδρευτικό δίκτυο.



Δείτε ακόμη για την Κνωσό



Φωτογραφίες από τον Αρχαιολογικό χώρο της Κνωσού




ΤΟ ΑΝΑΚΤΟΡΟ ΤΗΣ ΚΝΩΣΟΥ

Το ανάκτορο της Κνωσού είναι το μεγαλύτερο από τα ανάκτορα της Κρήτης. Γύρω του υπήρχε εκτεταμένη πόλη. Το ανάκτορο ήταν κτισμένο στο χαμηλό λόφο της Κεφάλας στη συμβολή δύο ρευμάτων. Η επιλογή της θέσης και η ανάπτυξη που γνώρισε οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στην εύφορη γη της περιοχής και στη μικρή απόσταση από τη θάλασσα.

Ο χώρος πρωτοκατοικήθηκε στη Νεολιθική εποχή (6700-3200 π.Χ.). Ηδη από τότε υπήρχε εκτεταμένος οικισμός.
Το πρώτο ανάκτορο οικοδομήθηκε γύρω στο 1900 π.Χ. (Παλαιοανακτορική περίοδος). Από τα λίγα τμήματα που σώζονται φαίνεται ότι τότε διαμορφώθηκε το βασικό του σχέδιο. Καταστράφηκε γύρω στο 1700 π.Χ και στη θέση του οικοδομήθηκε το νέο ανάκτορο (Νεοανακτορική περίοδος). Με εξαίρεση κάποιες μεταγενέστερες προσθήκες, τα ερείπιά του αποκάλυψε και αποκατέστησε ο A. Evans.
Το ανάκτορο αποτελείται από διαφορετικά κτίρια που αναπτύχθηκαν γύρω από την κεντρική αυλή. Είσοδοι υπήρχαν σε όλες τις κατευθύνσεις, με επισημότερες τη νοτιοδυτική και τη βόρεια. Η δυτική πτέρυγα περιλάμβανε ιερά, επίσημες αίθουσες και εκτεταμάνους αποθηκευτικούς χώρους, ενώ η ανατολική πτέρυγα τα "Βασιλικά Διαμερίσματα" και εργαστήρια. Αποθήκες και άλλοι χώροι υπήρχαν στα βόρεια και νότια.

Το ανάκτορο παρουσίαζε μεγάλη ποικιλία αρχιτεκτονικών στοιχείων: ορόφους με επίπεδες στέγες που στέκονταν σε διαφορετικά ύψη, προσόψεις που εισείχαν και εξείχαν, διακοσμήσεις με λίθινα διπλά κέρατα και εναλλασόμενα χρώματα κ.ά. Χρησιμιποιήθηκε μεγάλη ποικιλία υλικών: πλάκες πράσινου σχιστόλιθου στα δάπεδα, ξύλινοι κίονες, πλάκες από γυψόλιθο σε τοίχους, δάπεδα και αλλού. Τη διακόσμηση των δωματίων συμπλήρωναν πολύχρωμα κονιάματα και τοιχογραφίες.
Δείτε περισσότερα για τον αρχαιολογικό χώρο της Κνωσού